Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Civic Lab

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μέθοδοι στην πράξη

Fishkin μέρος 1: Η στοχαζόμενη δημοκρατία και η μέθοδος του Fishkin

Η ποιότητα των δημοκρατικών αποφάσεων εξαρτάται και από το πόσο ενημερωμένα και στοχαστικά διαμορφώνουν οι πολίτες τη γνώμη τους. Η διαβουλευτική δημοσκόπηση του James S. Fishkin εξετάζει τι θα σκεφτόταν μια κοινότητα, αν τα μέλη της είχαν τη δυνατότητα να ενημερωθούν και να σταθμίσουν από κοινού τα επιχειρήματα.

Συντακτική ομάδα Civic Lab Ινστιτούτο Διαχείρισης Γνώσης InnoK
12 λεπτά ανάγνωσης Μέρος 1/3

01 Εισαγωγή: γιατί πρέπει να επιστρέψει ο στοχαζόμενος λαός;

Οι σύγχρονες δημοκρατίες δέχονται ολοένα και συχνότερα την κριτική ότι το αντιπροσωπευτικό σύστημα και οι μηχανισμοί διαμόρφωσης της κοινής γνώμης δεν μπορούν να συμβαδίσουν με την κοινωνική πολυπλοκότητα και την έκρηξη της πληροφορίας. Η ασθενής θεσμική ανατροφοδότηση, η πόλωση και ο κατακερματισμός του πολιτικού δημόσιου λόγου είναι όλα προβλήματα που οι παραδοσιακές δημοκρατικές διαδικασίες δύσκολα διαχειρίζονται. Σε αυτό το πλαίσιο είναι ιδιαίτερα επίκαιρο να τεθεί το ερώτημα: πώς μπορεί να επιστρέψει ο «στοχαζόμενος λαός» στη λήψη αποφάσεων — δηλαδή πώς μπορούν οι πολίτες να μην είναι απλώς παθητικοί ψηφοφόροι, αλλά να διαμορφώνουν πραγματικά και τεκμηριωμένα τη γνώμη τους;

Ο James S. Fishkin, Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας και ειδικός στη θεωρία της επικοινωνίας, έγινε γνωστός ως ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της διαβουλευτικής δημοκρατίας και της λεγόμενης διαβουλευτικής δημοσκόπησης (Deliberative Polling®). Στόχος του δεν είναι απλώς η θεωρητική μοντελοποίηση, αλλά η επεξεργασία θεσμικών καινοτομιών ικανών να επαναφέρουν στην πολιτική πρακτική την ποιότητα της δημοκρατικής λήψης αποφάσεων — τη στάθμιση των επιχειρημάτων, την ενημέρωση, την τεκμηριωμένη διαμόρφωση γνώμης (Fishkin, 2018).

Κατά τον Fishkin, στις εκλεγμένες δημοκρατίες το κλειδί δεν είναι απλώς το ζήτημα της συμμετοχής ή των εκλογών, αλλά το πόσο στοχασμένη, τεκμηριωμένη και διαμορφωμένη πάνω σε επιχειρήματα είναι η γνώμη των πολιτών. Η ουσία της διαβουλευτικής δημοσκόπησης είναι ότι επιλέγεται τυχαία ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα, στη συνέχεια δίνεται στους συμμετέχοντες ισορροπημένο υλικό υποβάθρου που παρουσιάζει τα επιχειρήματα πολλών πλευρών, συμμετέχουν σε συντονισμένες συζητήσεις, και τέλος τίθενται ξανά τα ίδια ερωτήματα, ώστε να γίνει ορατό πώς μεταβάλλονται οι απόψεις υπό την επίδραση της διαβούλευσης. Η μέθοδος αυτή συνδυάζει την αντιπροσωπευτικότητα και τη διαμόρφωση στοχασμένης γνώμης, και κατά τον Fishkin έτσι μπορεί να βελτιωθεί η ποιότητα της δημοκρατικής διαμόρφωσης γνώμης (Fishkin, 2018; Stanford University, χ.χ.-a).

Κεντρική θέση του έργου του είναι ότι στις σύγχρονες δημοκρατίες η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι η πράξη της ψήφου, αλλά το σε τι γνώση και σε τι επιχειρηματολογία στηρίζονται οι αποφάσεις των ψηφοφόρων. Η ενσωμάτωση διαβουλευτικών μηχανισμών βελτιώνει επομένως όχι μόνο την ποσότητα της συμμετοχής, αλλά και την ποιότητά της. Με αυτόν τον τρόπο ο Fishkin χάραξε μια κατεύθυνση μεταρρύθμισης που μετρά τη νομιμοποίηση της δημοκρατίας όχι στην άθροιση των γνωμών, αλλά στη στοχαστικότητά τους (Fishkin, 2018).

Τα πειράματα που διηύθυνε — για παράδειγμα το America in One Room (2019) ή το κινεζικό πρόγραμμα του Zeguo που ξεκίνησε το 2005 — ανέδειξαν, υπό διαφορετικές συνθήκες, τις δυνατότητες της ενημερωμένης στάθμισης των πολιτών. Στο αμερικανικό πείραμα μειώθηκε και η πολιτική πόλωση. Ο Fishkin είναι λοιπόν όχι μόνο ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς της διαβουλευτικής δημοκρατίας, αλλά και ο πιο πρακτικός καινοτόμος της: το έργο του αποτελεί γέφυρα μεταξύ της πολιτικής θεωρίας και της πειραματικής κοινωνικής επιστήμης, και μπορεί να δώσει σημείο αναφοράς σε σύγχρονα αστικά και δημοτικά μοντέλα συμμετοχής, όπως και στις πρωτοβουλίες για συνελεύσεις πολιτών στην Ουγγαρία (Fishkin κ.ά., 2021; Fishkin κ.ά., 2010).

02 Τα θεωρητικά θεμέλια της συμμετοχικής και διαβουλευτικής δημοκρατίας

Η έννοια της συμμετοχής στην πολιτική επιστήμη

Στην πολιτική επιστήμη η έννοια της συμμετοχής είναι πολύπλευρη και αμφιλεγόμενη. Σημαίνει ταυτόχρονα την ενεργό παρουσία, την παρέμβαση και την πρόθεση επιρροής των πολιτών στις πολιτικές διαδικασίες — το τι ακριβώς είναι η «ενεργός συμμετοχή», ποιες μορφές έχει και υπό ποιες προϋποθέσεις ερμηνεύεται, αποτελεί ήδη αντικείμενο θεωρητικής διαμάχης. Σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό, θεωρούμε πολιτική συμμετοχή κάθε εθελοντικά αναλαμβανόμενη δραστηριότητα που αποσκοπεί στην άμεση ή έμμεση επιρροή των δημόσιων υποθέσεων. Αυτό δεν σημαίνει μόνο την ψηφοφορία: εδώ ανήκουν και η προεκλογική εργασία, η υπογραφή αναφοράς, η επιστολή παραπόνων, η διαμαρτυρία, η συλλογή υπογραφών ή ακόμη και η συμμετοχή σε δημοσκόπηση (Teorell, 2006).

Σημαντική διάσταση είναι η ικανότητα και το κίνητρο συμμετοχής, δηλαδή το κατά πόσο ο πολίτης αισθάνεται ότι μπορεί να επηρεάσει τις διαδικασίες. Η εργασία του OECD με τίτλο Political Efficacy and Participation αναλύει ακριβώς το πόσο εμπιστεύονται οι άνθρωποι ότι είναι ικανοί να έχουν λόγο, και πώς αυτό επιδρά στην πραγματική τους συμμετοχή. Συνολικά, η έννοια της συμμετοχής δεν είναι στατική, αλλά πολυδιάστατη: περιλαμβάνει τις μορφές της ενεργού παρέμβασης, αλλά λαμβάνει υπόψη και τις προϋποθέσεις κινήτρων, επικοινωνίας και θεσμών που καθορίζουν ποιος και κατά πόσο μπορεί πραγματικά να συμμετάσχει. Αυτό αποτελεί τη βάση για να κατανοήσουμε γιατί χρειάζονται διαβουλευτικοί μηχανισμοί, που βελτιώνουν όχι μόνο τη δυνατότητα της συμμετοχής, αλλά και την ποιότητά της (Prats και Meunier, 2021).

Ο ρόλος της διαβούλευσης στη λήψη αποφάσεων

Η διαβούλευση — η αντιπαράθεση και η στάθμιση επιχειρημάτων, απόψεων και αιτιολογήσεων — κατέχει κεντρική θέση στη θεωρία της διαβουλευτικής δημοκρατίας. Ενώ το παραδοσιακό μοντέλο αναδεικνύει την άθροιση των προτιμήσεων (εκλογές, ψηφοφορία), η διαβουλευτική προσέγγιση υποστηρίζει ότι για μια δίκαιη και νόμιμη απόφαση δεν αρκεί να μετρήσουμε τις θέσεις: αυτές πρέπει να διαμορφωθούν σε στοχασμένη μορφή, με αμοιβαία αντιπαρατιθέμενα επιχειρήματα. Οι διαβουλευτικές διαδικασίες δεν είναι απλώς «συζητήσεις», αλλά χρονισμένες, συντονισμένες, δομημένες αντιπαραθέσεις, στις οποίες οι συμμετέχοντες προσπαθούν να δώσουν ο ένας στον άλλον κατανοητούς λόγους και να τροποποιήσουν τις απόψεις τους υπό το φως της κοινής επιχειρηματολογίας (Fishkin, 2018).

Ο νομιμοποιητικός ρόλος της διαβούλευσης έγκειται στο ότι μια απόφαση γίνεται πραγματικά αποδεκτή όταν δεν την διαμόρφωσαν κρυφές σχέσεις εξουσίας ή χειραγωγική επικοινωνία, αλλά διαφανή επιχειρήματα. Η νομιμοποίηση της δημοκρατίας δεν είναι έτσι απλώς η βούληση της πλειοψηφίας, αλλά η απόφαση που βασίζεται σε επιχειρήματα και αναστοχασμό. Ταυτόχρονα, η διαβούλευση δεν είναι μαγική λύση: οι επικριτές επισημαίνουν ότι αν ανάμεσα στους συμμετέχοντες υφίστανται μεγάλες κοινωνικές ανισότητες, η διαβούλευση μπορεί να μετατραπεί σε παραπλανητική ψευδαίσθηση που συγκαλύπτει τις πραγματικές ασυμμετρίες εξουσίας. Ο ρόλος της διαβούλευσης είναι λοιπόν πολύπλευρος: μηχανισμός βελτίωσης της ποιότητας που υποστηρίζει αποφάσεις υψηλότερου επιπέδου· συστατικό νομιμοποίησης που ενισχύει την αποδοχή της απόφασης· και σύνδεσμος μεταξύ των πολιτών και των θεσμικών ληπτών αποφάσεων (Siu, 2017; OECD, 2020).

03 Η ζωή και το έργο του James S. Fishkin

Βιογραφικό

Ο Fishkin απέκτησε το 1970 τον τίτλο B.A. στο Yale College, με διάκριση magna cum laude, στην πολιτική επιστήμη και τη φιλοσοφία. Αργότερα εκπόνησε διδακτορικό στην πολιτική επιστήμη στο Yale (1975, με διάκριση), και το 1976 έλαβε τίτλο Ph.D. στη φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο του Cambridge. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στο Πανεπιστήμιο Yale: από το 1975 έως το 1979 ήταν Assistant Professor of Political Science και από το 1979 έως το 1984 Associate Professor. Στη συνέχεια δίδαξε ως καθηγητής στο University of Texas at Austin και κατείχε τιμώμενες έδρες, όπως τον τίτλο Darrell K. Royal Regents Chair in Ethics and American Society (Fishkin, χ.χ.).

Από τον Σεπτέμβριο του 2003 ο Fishkin είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Stanford, κάτοχος της έδρας Janet M. Peck Chair in International Communication, καθώς και διευθυντής του Stanford Deliberative Democracy Lab. Η πιο γνωστή του ιδέα είναι το Deliberative Polling®, με τη βοήθεια του οποίου πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 100 διαβουλευτικές δημοσκοπήσεις σε όλον τον κόσμο, σε περίπου 28 χώρες — μεταξύ άλλων στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα, την Ουγκάντα, τη Βραζιλία και τη Βουλγαρία. Σε αυτά τα πειράματα οι πολίτες εντάσσονται αντιπροσωπευτικά στις συζητήσεις, λαμβάνουν πληροφόρηση, και στη συνέχεια μετριέται η μεταβολή της γνώμης τους — δοκιμάζεται έτσι πώς θα ήταν η κοινή γνώμη, αν οι άνθρωποι μπορούσαν να σκεφτούν για τα ζητήματα εκτενέστερα και πιο διεξοδικά (Stanford University, χ.χ.-b).

Τα κύρια έργα του

Κεντρικοί πυλώνες του έργου του Fishkin είναι τα βιβλία και οι μελέτες που όχι μόνο προσφέρουν θεωρητικά πλαίσια για τη διαβουλευτική δημοκρατία, αλλά δίνουν και μεθοδολογικές και πρακτικές συστάσεις για τις μεταρρυθμίσεις. Τα σημαντικότερα βιβλία του: Democracy and Deliberation: New Directions for Democratic Reform (1991), The Voice of the People: Public Opinion and Democracy (1995), Deliberation Day (από κοινού με τον Bruce Ackerman, 2004), When the People Speak: Deliberative Democracy and Public Consultation (2009) και Democracy When the People Are Thinking: Revitalizing Our Politics Through Public Deliberation (2018) (Fishkin, 1991; Fishkin, 1995; Ackerman και Fishkin, 2004; Fishkin, 2009; Fishkin, 2018).

Το Democracy When the People Are Thinking (2018) εξετάζει γιατί λειτουργούν καλά ή άσχημα τα σημερινά δημοκρατικά συστήματα από τη σκοπιά του ιδεώδους του «στοχαζόμενου λαού». Το έργο λύνει με λεπτότητα το δίλημμα: να ακούσουμε τον λαό — που ενίοτε διαθέτει λίγη πληροφόρηση — ή να εμπιστευτούμε τους ειδικούς και την «ελίτ», κάτι που όμως μπορεί να αποσπάσει τη λήψη αποφάσεων από τον κύκλο των πολιτών; Ο Fishkin προτείνει να συνδέσουμε αυτούς τους δύο πόλους με θεσμοθετημένα διαβουλευτικά φόρουμ. Το When the People Speak (2009) αντιπαραβάλλει τα θεωρητικά σχέδια με την πρακτική εφαρμογή, και αναφέρει πώς λειτουργούν τα διαβουλευτικά προγράμματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Δανία, την Ιταλία, τη Βουλγαρία και αλλού — για παράδειγμα με την επίδρασή τους στην πολιτική των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο Τέξας και στις επενδύσεις επεξεργασίας λυμάτων στην Κίνα. Τα κύρια έργα του Fishkin λειτουργούν λοιπόν συνδυαστικά σε τρία επίπεδα: θεωρητική θεμελίωση, πρακτική εφαρμογή με μελέτες περίπτωσης και μεθοδολογική καινοτομία (Fishkin, 2009; Fishkin, 2018).

Η επιστημονική και πρακτική του επίδραση

Η μεγαλύτερη επιστημονική συνεισφορά του Fishkin είναι η επεξεργασία και η διάδοση της μεθοδολογίας της διαβουλευτικής δημοσκόπησης (Deliberative Polling®). Η επιστημονική του επίδραση έγκειται στο ότι έφερε μεθοδολογική καινοτομία στην πολιτική επιστήμη, και στήριξε τις θεωρητικές του θέσεις με εμπειρικά πειράματα. Η πρακτική του επίδραση μετριέται στο ότι οι διαβουλευτικές του διαδικασίες εφαρμόστηκαν και σε πραγματικά πολιτικά πλαίσια, και προκάλεσαν αλλαγές στη δημόσια πολιτική, ακόμη και στη δομή της κοινής γνώμης. Ο Fishkin είναι έτσι ταυτόχρονα επιστήμονας και μεταρρυθμιστής: το έργο του είναι γέφυρα μεταξύ της δημοκρατικής θεωρίας και της δημοκρατικής πρακτικής (Fishkin, 2009; OECD, 2020).

04 Το Deliberative Polling® ως κύρια καινοτομία

Τα βήματα της μεθόδου

Στόχος του Deliberative Polling® είναι να μετρήσει με αντιπροσωπευτικό τρόπο τι θα σκεφτόταν μια κοινότητα, αν οι πολίτες της διέθεταν περισσότερη πληροφορία και δυνατότητα συζήτησης. Η μέθοδος συνδυάζει τα πλεονεκτήματα της συνήθους δημοσκόπησης και της διαβούλευσης, και αποτελείται από τα εξής βασικά βήματα (Stanford University, χ.χ.-a).

Το πρώτο βήμα είναι η επιλογή ενός αντιπροσωπευτικού δείγματος σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο — με επιλογή σταθμισμένη ως προς την ηλικία, το φύλο, τον γεωγραφικό τόπο κατοικίας και το μορφωτικό επίπεδο. Με αυτό το δείγμα συμπληρώνεται το πρώτο ερωτηματολόγιο (baseline), που αφορά τα ίδια θέματα τα οποία αργότερα θα αποτελέσουν το αντικείμενο της διαβούλευσης.

Στο δεύτερο βήμα αποστέλλονται στους συμμετέχοντες ισορροπημένα, συχνά επιμελημένα από ειδικούς, υλικά υποβάθρου, που παρουσιάζουν τις βασικές εναλλακτικές, τα βάρη των επιχειρημάτων και των αντεπιχειρημάτων, τα στατιστικά στοιχεία και τις πιθανές συνέπειες. Αυτά εξυπηρετούν ώστε οι συμμετέχοντες να έρθουν στη συζήτηση όχι με προκαταλήψεις, αλλά με τη δυνατότητα να διαμορφώσουν ενημερωμένη θέση· τα υλικά μπορούν και να δημοσιοποιηθούν (Stanford University, χ.χ.-a).

Το τρίτο βήμα είναι η διαβούλευση πρόσωπο με πρόσωπο, συνήθως σε μια ημερήσια ή πολυήμερη (συχνά σαββατοκύριακου) εκδήλωση:

  • Συζητήσεις σε μικρές ομάδες: οι συμμετέχοντες συζητούν σε τυχαία σχηματισμένες μικρές ομάδες, υπό την καθοδήγηση συντονιστή, ώστε να μπορεί να πάρει τον λόγο ο καθένας και οι συζητήσεις να παραμένουν ισορροπημένες.
  • Σύνοδοι ολομέλειας: μετά τις συζητήσεις των μικρών ομάδων διεξάγονται ενώπιον ολόκληρης της κοινότητας συζητήσεις πάνελ ειδικών, όπου μπορεί κανείς να θέσει ερωτήσεις και να αντιδράσει στις οπτικές των άλλων.
  • Ο ρόλος του συντονιστή είναι να ελαχιστοποιεί τη στρέβλωση — να μην καθοδηγεί και να μην επηρεάζει, μόνο να υποβοηθά τη συζήτηση και να εξασφαλίζει την ελευθερία της επιχειρηματολογίας (Fishkin και Luskin, 2005; Stanford University, χ.χ.-a).

Στο τέταρτο βήμα οι συμμετέχοντες συμπληρώνουν ξανά το ίδιο ερωτηματολόγιο, ώστε να μετρηθεί πόσοι και προς ποια κατεύθυνση τροποποίησαν τη θέση τους. Η μεταγενέστερη μέτρηση καταγράφει τη θέση των συμμετεχόντων στο κλείσιμο της διαβούλευσης· για τη διερεύνηση των διαρκών επιδράσεων απαιτείται περαιτέρω παρακολούθηση. Πολλά προγράμματα εφαρμόζουν και πειραματική διάταξη: μια ομάδα συμμετέχει στη διαβούλευση, μια ομάδα ελέγχου όχι, ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση των επιδράσεων (Stanford University, χ.χ.-a; Fishkin κ.ά., 2021).

Το τελευταίο βήμα είναι η δημοσίευση των αποτελεσμάτων και — όπου είναι δυνατόν — η ενσωμάτωσή τους στη δημόσια λήψη αποφάσεων. Είναι σημαντικό η διαδικασία να είναι διαφανής: οι είσοδοι, οι συζητήσεις και οι έξοδοί της να είναι δημόσια προσβάσιμες, αφού η διαβούλευση δεν είναι κλειστός διάλογος (OECD, 2020).

Πηγές

  • Ackerman, B. και Fishkin, J. S. (2004): Deliberation Day. Yale University Press.
  • Fishkin, J. S. (1991): Democracy and Deliberation: New Directions for Democratic Reform. Yale University Press.
  • Fishkin, J. S. (1995): The Voice of the People: Public Opinion and Democracy. Yale University Press.
  • Fishkin, J. S. (2009): When the People Speak: Deliberative Democracy and Public Consultation. Oxford University Press.
  • Fishkin, J. S. (2018): Democracy When the People Are Thinking: Revitalizing Our Politics Through Public Deliberation. Oxford University Press.
  • Fishkin, J. S. (χ.χ.): Curriculum Vitae of James S. Fishkin. Stanford University.
  • Fishkin, J. S. και Luskin, R. C. (2005): Experimenting with a Democratic Ideal: Deliberative Polling and Public Opinion. Acta Politica, 40, 284–298.
  • Fishkin, J. S., He, B., Luskin, R. C. και Siu, A. (2010): Deliberative Democracy in an Unlikely Place: Deliberative Polling in China. British Journal of Political Science, 40(2), 435–448.
  • Fishkin, J. S., Siu, A., Diamond, L. και Bradburn, N. (2021): Is Deliberation an Antidote to Extreme Partisan Polarization? Reflections on “America in One Room”. American Political Science Review, 115(4), 1464–1481.
  • OECD (2020): Innovative Citizen Participation and New Democratic Institutions: Catching the Deliberative Wave. OECD Publishing.
  • Prats, M. και Meunier, A. (2021): Political Efficacy and Participation: An Empirical Analysis in European Countries. OECD Working Papers on Public Governance, 46. OECD Publishing.
  • Siu, A. (2017): Deliberation & the Challenge of Inequality. Dædalus, 146(3), 119–128.
  • Stanford University (χ.χ.-a): What Is Deliberative Polling®? Deliberative Democracy Lab.
  • Stanford University (χ.χ.-b): James Fishkin. Department of Political Science.
  • Teorell, J. (2006): Political Participation and Three Theories of Democracy: A Research Inventory and Agenda. European Journal of Political Research, 45(5), 787–810.