Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Civic Lab

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μέθοδοι στην πράξη

Fishkin μέρος 2: Η επίδραση της διαβούλευσης και η πρακτική εφαρμογή της

Η ενημέρωση και η κοινή στάθμιση μπορούν να αλλάξουν τη γνώμη των πολιτών και να δώσουν νέες οπτικές στις αποφάσεις δημόσιας πολιτικής. Μέσα από διεθνή παραδείγματα παρουσιάζουμε τις εμπειρίες της διαβουλευτικής δημοσκόπησης, καθώς και το ποιες οργανωτικές και θεσμικές προϋποθέσεις βοηθούν στην πρακτική αξιοποίηση των αποτελεσμάτων.

Συντακτική ομάδα Civic Lab Ινστιτούτο Διαχείρισης Γνώσης InnoK
12 λεπτά ανάγνωσης Μέρος 2/3

Η διαβουλευτική δημοσκόπηση συνδέει αντιπροσωπευτικό δείγμα, ισορροπημένη ενημέρωση και συντονισμένη συζήτηση. Το δεύτερο μέρος της σειράς εξετάζει τι επιπλέον προσφέρει αυτό σε σχέση με την παραδοσιακή μέτρηση της γνώμης, και πώς μπορούν να αξιοποιηθούν τα αποτελέσματά του στην πράξη (Stanford University, χ.χ.-a).

01 Σε τι διαφέρει αυτό από μια παραδοσιακή δημοσκόπηση;

Το Deliberative Polling® ξεκινά με το ίδιο ερώτημα όπως η παραδοσιακή δημοσκόπηση: τι σκέφτονται οι άνθρωποι για ένα δεδομένο ζήτημα; Κατά τη διαπίστωση του Fishkin, όμως, η απάντηση δεν βρίσκεται στο άθροισμα των μετρημένων γνωμών, αλλά στη διαδικασία διαμόρφωσης των γνωμών. Η διαβουλευτική δημοσκόπηση δεν μετρά ένα στιγμιότυπο, αλλά ένα δυναμικό: το τι θα σκεφτόταν η κοινότητα, αν είχε τη δυνατότητα να σκεφτεί, να επιχειρηματολογήσει και να ενημερωθεί (Fishkin και Luskin, 2005).

Η παραδοσιακή έρευνα με ερωτηματολόγιο (survey research) αποτελεί από τη δεκαετία του 1930 ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία των κοινωνικών επιστημών, έχει όμως πολλούς περιορισμούς. Κατά τους Fishkin και Luskin, οι δημοσκοπήσεις μετρούν τυπικά τις απόψεις σε χαμηλό επίπεδο πληροφόρησης: οι ερωτώμενοι συχνά δεν γνωρίζουν τα γεγονότα, δεν έχουν δει τα εναλλακτικά επιχειρήματα, ή δεν έχουν σκεφτεί με συνέπεια τη θέση τους. Οι μετρήσεις αυτές καταγράφουν μάλλον τις «επιφανειακές προτιμήσεις» — η βιβλιογραφία ονομάζει το φαινόμενο αυτό γνώμη «top of the head», δηλαδή γνώμη «που βγαίνει από το κεφάλι». Το Deliberative Polling®, αντίθετα, είναι έρευνα διαδικασίας: εξετάζει τη δυναμική της διαμόρφωσης γνώμης. Ενώ η παραδοσιακή δημοσκόπηση (poll) είναι ένα στατικό στιγμιότυπο, η διαβουλευτική δημοσκόπηση είναι μια διαδραστική, χρονικά εκτεταμένη και βασισμένη στη μάθηση διαδικασία (Fishkin και Luskin, 2005).

Σύμφωνα με τη διατύπωση του Stanford Deliberative Democracy Lab, στόχος της μεθόδου δεν είναι να διαπιστώσει «τι σκέφτονται οι άνθρωποι», αλλά να δείξει τι θα σκέφτονταν, αν διέθεταν επαρκή πληροφορία και δυνατότητα κοινής σκέψης. Πίσω από αυτό κρύβεται μια βαθιά φιλοσοφική θέση: η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν εξαρτάται από την ποσότητα, αλλά από την ποιότητα. Η διαβούλευση δεν είναι λοιπόν εναλλακτική της αντιπροσωπευτικότητας, αλλά ποιοτική της επέκταση — αποτελεί γέφυρα μεταξύ της παραδοσιακής δημοσκόπησης και της θεωρίας της διαβουλευτικής δημοκρατίας (Stanford University, χ.χ.-a; Fishkin, 2018).

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο μοντέλα γίνεται αντιληπτή στα αποτελέσματα. Οι έρευνες έχουν τεκμηριώσει πολλές ευνοϊκές επιδράσεις, το μέγεθος των οποίων εξαρτάται και από το θέμα και από τον σχεδιασμό της διαδικασίας. Στις πιθανές επιδράσεις της διαβούλευσης συγκαταλέγονται τα εξής:

  • αυξάνεται το επίπεδο γνώσης των συμμετεχόντων·
  • μειώνονται οι ακρότητες των γνωμών και η πόλωση·
  • αυξάνεται η ενσυναίσθηση και η διάθεση για συμβιβασμό·
  • ενισχύεται η αίσθηση της πολιτικής αυτο-αποτελεσματικότητας (Fishkin και Luskin, 2005; Fishkin κ.ά., 2021; OECD, 2020).

Η διαβουλευτική δημοσκόπηση είναι ταυτόχρονα και δημοκρατική παιδαγωγική: οι συμμετέχοντες όχι μόνο εκφράζουν γνώμη, αλλά μαθαίνουν για τη λήψη αποφάσεων, για την ηθική της επιχειρηματολογίας και για την κοινοτική επικοινωνία. Γι' αυτό πολλοί την αποκαλούν «μίνι-δημοκρατία», εργαστήριο του δημοκρατικού διαλόγου. Η ανάλυση του OECD τονίζει ότι η διαβουλευτική δημοσκόπηση είναι ένα από τα εργαλεία της αντιπροσωπευτικής στάθμισης των πολιτών για τον θεσμικό εδραιωμό της τακτικής, δομημένης συμμετοχής των πολιτών, το οποίο μπορούν να προσαρμόσουν και τοπικές συνελεύσεις πολιτών και αστικά φόρουμ — σε μικρότερη κλίμακα, αλλά με τις ίδιες αρχές: αντιπροσωπευτικότητα, ενημέρωση, συντονισμένη συζήτηση και τεκμηρίωση των αποτελεσμάτων. Ιδιαιτερότητα της διαβουλευτικής δημοσκόπησης εντός αυτού του πλαισίου είναι η προηγούμενη και η τελική μέτρηση της γνώμης (OECD, 2020).

02 Μελέτες περίπτωσης

Τη μέθοδο Deliberative Polling® εφάρμοσαν ο Fishkin και οι συνεργάτες του σε ποικίλα πλαίσια. Ένα από τα πιο γνωστά πειράματα μεγάλης κλίμακας ήταν το America in One Room: συγκεντρώθηκαν 523 εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι, ώστε μέσα σε τέσσερις ημέρες να συζητήσουν πέντε μεγάλες θεματικές (μετανάστευση, οικονομία/φορολογία, υγεία, περιβάλλον, εξωτερική πολιτική). Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν προκαταρκτικό ερωτηματολόγιο, έλαβαν ενημερωτικά πακέτα, συμμετείχαν σε συντονισμένες συζητήσεις και σε συνόδους ολομέλειας, και τέλος συμπλήρωσαν ξανά το ερωτηματολόγιο· μια ομάδα ελέγχου συμμετείχε μόνο στην προ- και μετα-αξιολόγηση. Ως αποτέλεσμα, η πολιτική πόλωση μειώθηκε σε πολλά ζητήματα, το επίπεδο γνώσης και η ικανότητα επιχειρηματολογίας των συμμετεχόντων αυξήθηκαν, και πολλοί τροποποίησαν τη θέση τους — σε αρκετά ζητήματα με σημαντικές μετατοπίσεις που περιόρισαν την απόσταση μεταξύ των θέσεων των κομμάτων (Fishkin κ.ά., 2021).

Το κινεζικό πρόγραμμα του Zeguo έδειξε ότι η μέθοδος λειτουργεί ακόμη και σε ένα πλαίσιο μικρής πόλης με έντονα περιορισμένη δημοκρατική παράδοση. Ένα δείγμα που εκπροσωπούσε τους τοπικούς κατοίκους συμπλήρωσε ερωτηματολόγιο, έλαβε ενημερωτικό υλικό, συμμετείχε σε συζητήσεις μικρών ομάδων και ολομέλειας, και στη συνέχεια συμπλήρωσε μετα-τεστ, ώστε να θέσει προτεραιότητες μεταξύ των επενδύσεων σε υποδομές (ανάπτυξη κοινωφελών δικτύων, προστασία του περιβάλλοντος, αστικές υποδομές). Λόγω μιας πολιτικής κουλτούρας ασυνήθιστης στον ανοιχτό διάλογο, δόθηκε μεγάλη έμφαση στον συντονισμό και στην ισορροπημένη πληροφόρηση. Η έρευνα δείχνει πώς συνδέθηκε η στάθμιση των πολιτών με τη διαμόρφωση των τοπικών επενδυτικών προτεραιοτήτων. Η σημασία του παραδείγματος έγκειται στο ότι η μέθοδος μπόρεσε να εφαρμοστεί ακόμη και στην τοπική λήψη αποφάσεων ενός μη δημοκρατικού πολιτικού συστήματος (Fishkin κ.ά., 2010).

Ένα ακόμη παράδειγμα είναι η διαβούλευση για την ενεργειακή πολιτική στο Τέξας, όπου η γνώμη των καταναλωτών ενσωματώθηκε στις ενεργειακές αποφάσεις. Οι συμμετέχοντες συζήτησαν για την ηλιακή ενέργεια, τις ανανεώσιμες πηγές και την εξοικονόμηση ενέργειας, μετά από προκαταρκτικό ερωτηματολόγιο και ενημερωτικό υλικό, σε συντονισμένες ομάδες. Τα αποτελέσματα ενσωματώθηκαν στις ρυθμιστικές διαδικασίες και επηρέασαν τη στήριξη των ανανεώσιμων πηγών: τα δεδομένα από τη διαβούλευση εξασφάλισαν «πολιτική νομιμοποίηση» για τους λήπτες αποφάσεων. Σύμφωνα με τη σύνοψη των εμπειριών, η διαβούλευση αυξάνει την πολιτική ικανότητα και την αίσθηση ευθύνης των πολιτών, βελτιώνει την ποιότητα της λήψης αποφάσεων, ενισχύει την πολιτική νομιμοποίηση, λειτουργεί ακόμη και σε υβριδικά συστήματα, από τη μέτρηση κάνει συμμετοχή, και μπορεί να προσαρμοστεί σε πολλούς τομείς πολιτικής (Fishkin, 2009).

Ως μεθοδολογική μελέτη περίπτωσης μπορεί να αναφερθεί η διαβουλευτική δημοσκόπηση του New Haven, στα δεδομένα της οποίας απομονώθηκε ποια στοιχεία της διαβούλευσης (πληροφορία, συζήτηση) ευθύνονται για τη μεταβολή της γνώμης. Οι ερευνητές κατέληξαν ότι η τυποποιημένη, δομημένη συζήτηση ασκεί από μόνη της σημαντική επίδραση — όχι μόνο η ροή της πληροφορίας — και ότι η επίδραση εξαρτήθηκε και από την προηγούμενη εξοικείωση με το ζήτημα (Farrar κ.ά., 2010).

03 Το μοντέλο Fishkin στην πράξη: φόρουμ, συμβούλια, συνελεύσεις

Τοπικές και διεθνείς εφαρμογές

Το Deliberative Polling® έγινε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα «εξαγωγικά προϊόντα» της δημοκρατικής καινοτομίας: το υιοθέτησαν και το προσάρμοσαν δήμοι, περιφερειακές κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί και δίκτυα της κοινωνίας των πολιτών. Στον ευρύτερο κύκλο των δημοκρατικών καινοτομιών, διάφορες μορφές διαβουλευτικών διαδικασιών — συμβούλια πολιτών, συνελεύσεις πολιτών, συμμετοχικοί προϋπολογισμοί — αποτελούν πλέον ένα νέο στρώμα της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Οι διαδικασίες αυτές δεν ταυτίζονται με τη μέθοδο Deliberative Polling, και δεν στηρίζονται όλες στην κλήρωση. Μπορεί ωστόσο να έχουν περισσότερες κοινές οργανωτικές αρχές, για παράδειγμα την ενημέρωση, τη συντονισμένη συζήτηση και την ιχνηλάσιμη παρουσίαση των αποτελεσμάτων (OECD, 2020).

Η έκθεση του OECD του 2020 Innovative Citizen Participation and New Democratic Institutions εξετάζει τη διεθνή εξάπλωση και τα διάφορα μοντέλα των αντιπροσωπευτικών διαβουλευτικών διαδικασιών. Η έκθεση αναλύει 289 μελέτες περίπτωσης από 33 χώρες, και διαπιστώνει ότι μετά το 2010 εφαρμόστηκαν ολοένα και περισσότερες διαβουλευτικές διαδικασίες — ιδίως σε τοπικό επίπεδο. Η διαβουλευτική δημοσκόπηση (Deliberative Polling) είναι μία μεθοδολογική κατεύθυνση αυτής της ευρύτερης εξέλιξης. Η διαβουλευτική συνέλευση (citizens' assembly ή community assembly) μπορεί επίσης να στηρίζεται στην ενημερωμένη στάθμιση ενός αντιπροσωπευτικού δείγματος μιας κοινότητας, και να εστιάζει και σε τοπικά ζητήματα: δημόσιοι χώροι, πράσινες υποδομές, κοινωνικά προγράμματα, προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή (OECD, 2020).

Το κείμενο του OECD Eight Ways to Institutionalise Deliberative Democracy (2021) πραγματεύεται τις δυνατότητες της μόνιμης θεσμοθέτησης της διαβούλευσης. Σε τοπικό επίπεδο την εφαρμογή μπορούν να διευκολύνουν το χαμηλότερο κατώφλι εισόδου (μικρότερο δείγμα, συντομότερη διαβούλευση, συχνά διεξαγωγή σε σαββατοκύριακο), η υψηλή κοινωνική ενσωμάτωση (οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, δημοτικοί εταίροι) και η άμεση σύνδεση με τη λήψη αποφάσεων (συμβούλιο συνοικίας ή συμβούλιο αστικής ανάπτυξης). Σημαντικές πτυχές της ποιοτικής λειτουργίας: ισορροπημένη δομή πληροφορίας, συντονισμένος διάλογος, τεκμηριωμένα αποτελέσματα και ουσιαστική ανατροφοδότηση από τους λήπτες αποφάσεων (OECD, 2021).

Η οργάνωση της διαδικασίας: ενημέρωση, συντονισμός, ανατροφοδότηση

Η ουσία της διαβουλευτικής διαδικασίας δεν είναι απλώς να εκφράσουν οι πολίτες γνώμη, αλλά να το κάνουν τεκμηριωμένα, ακούγοντας ο ένας τον άλλον και με σκέψη. Ένα καλά οργανωμένο διαβουλευτικό φόρουμ είναι μια δομημένη διαδικασία μάθησης. Η οργάνωσή του μπορεί να διαταχθεί γύρω από τρεις αλληλένδετες πτυχές: την ενημέρωση, τον συντονισμό και την ανατροφοδότηση (OECD, 2020).

Ενημέρωση. Η ποιότητα της διαβούλευσης εξαρτάται άμεσα από το τι πληροφορία διαθέτουν οι συμμετέχοντες. Οι τρεις βασικές αρχές της συνιστώσας της ενημέρωσης: ισορροπία (όλα τα σημαντικά επιχειρήματα και οπτικές με ίσο βάρος, με έλεγχο από ειδικούς), κατανοησιμότητα (σαφής, όχι τεχνοκρατική διατύπωση, με στόχο την κατανόηση και όχι την πειθώ) και προσβασιμότητα (όλοι οι συμμετέχοντες αποκτούν πρόσβαση στα υλικά με τον ίδιο τρόπο). Κατά τον Fishkin, η ισορροπημένη ενημέρωση είναι από μόνη της δημοκρατική καινοτομία, επειδή εξισορροπεί τη συνήθη μονομέρεια της πολιτικής επικοινωνίας. Την ισορροπία των υλικών μπορεί να βοηθήσει η συμμετοχή ειδικών που γνωρίζουν τις διαφορετικές θέσεις· τα έτοιμα υλικά υποβάθρου πρέπει να γίνονται δημόσια προσβάσιμα. Οι καλές μορφές ενημέρωσης: θεματικά ενημερωτικά φυλλάδια, διαδραστικές οπτικοποιήσεις δεδομένων, ενότητες ερωτήσεων και απαντήσεων (Q&A) με ειδικούς (Stanford University, χ.χ.-a; OECD, 2022).

Συντονισμός. Ο συντονισμός δεν είναι ουδέτερη λειτουργία εφοδιαστικής, αλλά το κλειδί της ποιότητας της διαβούλευσης. Οι Fishkin και Luskin θεωρούν τις συντονισμένες συζητήσεις μικρών ομάδων σημαντικό στοιχείο της μεθόδου: το έργο του συντονιστή είναι να βοηθά στη δημιουργία ενός ασφαλούς, ισορροπημένου επικοινωνιακού περιβάλλοντος. Οι τρεις βασικές αρχές του καλού συντονισμού: ουδετερότητα (ο συντονιστής κατευθύνει τη διαδικασία, δεν διαμορφώνει γνώμη), ισότητα (όλοι μπορούν να πάρουν τον λόγο, οι πιο φωνακλάδες ή πιο μορφωμένοι συμμετέχοντες δεν επιτρέπεται να κυριαρχούν) και ενσυναίσθηση και εστίαση (οι συμμετέχοντες διατηρούν ισορροπία μεταξύ συναισθηματικών και ορθολογικών επιχειρημάτων, η συζήτηση δεν παρασύρεται) (Fishkin και Luskin, 2005; OECD, 2022).

Ανατροφοδότηση. Η διαβούλευση δεν τελειώνει με το κλείσιμο της συζήτησης. Η απάντηση των ληπτών αποφάσεων και η ιχνηλάσιμη αξιοποίηση των αποτελεσμάτων είναι σημαντικές για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των συμμετεχόντων. Η ανατροφοδότηση μπορεί να υλοποιηθεί σε τρία επίπεδα: άμεση ανατροφοδότηση (αποτελέσματα που δημοσιεύονται στο τέλος ή καταληκτικό έγγραφο που γίνεται κοινά αποδεκτό), θεσμική ανατροφοδότηση (οι λήπτες αποφάσεων το υιοθετούν τυπικά, το εντάσσουν στην ημερήσια διάταξη και απαντούν εγγράφως ποιες προτάσεις ενσωματώνουν) και δημόσια ανατροφοδότηση (τα αποτελέσματα, τα έγγραφα και οι απαντήσεις των ληπτών αποφάσεων είναι δημόσια προσβάσιμα) (OECD, 2022).

Αυτοί οι τρεις πυλώνες δεν λειτουργούν γραμμικά, αλλά ως ένα αλληλεμπλεκόμενο, κυκλικό σύστημα: η ενημέρωση δημιουργεί την κοινή βάση γνώσης, ο συντονισμός εγγυάται τη δίκαιη δομή, και η ανατροφοδότηση κλείνει και ταυτόχρονα επανεκκινεί τη διαδικασία. Μια καλά σχεδιασμένη διαβουλευτική διαδικασία δεν είναι έτσι μια σειρά βημάτων, αλλά ένας αυτο-στοχαστικός μηχανισμός μάθησης, στον οποίο η γνώση, η συζήτηση και η απόφαση οικοδομούν αμοιβαία η μία την άλλη. Από τη σκοπιά της ανάπτυξης της κοινότητας, αυτή η τριπλή λογική κρίνει αν η διαβούλευση θα παραμείνει ένα εφάπαξ, εορταστικό γεγονός, ή θα μετατραπεί σε αυτοσυντηρούμενο δημοκρατικό μηχανισμό.

04 Δημοκρατική νομιμοποίηση και ενσωμάτωση στη λήψη αποφάσεων

Το κλειδί της επιτυχίας της διαβουλευτικής δημοκρατίας είναι ότι η ίδια η διαδικασία φέρει δημοκρατική ποιότητα. Κατά τον Fishkin, μια διαδικασία δεν είναι δημοκρατική επειδή συμμετέχουν πολλοί σε αυτήν, αλλά επειδή αντικατοπτρίζει όσο το δυνατόν καλύτερα τη στοχαζόμενη κοινή γνώμη της κοινωνίας. Η διαδικασία είναι νόμιμη μόνο αν οι συμμετέχοντες εκπροσωπούν πραγματικά την κοινωνία, αν η διαβούλευση ακούει κάθε φωνή, και αν οι τελικές προτάσεις επανασυνδέονται με την πολιτική λήψη αποφάσεων (Fishkin, 2018; OECD, 2020).

Η νομιμοποίηση μπορεί να ερμηνευθεί σε δύο διαστάσεις. Οριζόντια σημαίνει ότι ο κύκλος των συμμετεχόντων είναι κοινωνικά και δημογραφικά αντιπροσωπευτικός, και ότι όλοι μπορούν να πάρουν τον λόγο με ίσους όρους — αυτή είναι η «μικρο-δημοκρατική» νομιμοποίηση. Κάθετα το ερώτημα είναι πώς εντάσσεται η διαβούλευση στο πολιτικό σύστημα: σε τι σχέση βρίσκεται με τα εκλεγμένα σώματα και τις τυπικές αλυσίδες λήψης αποφάσεων. Τα δύο επίπεδα οικοδομούνται το ένα πάνω στο άλλο: η εσωτερική νομιμοποίηση δεν αρκεί από μόνη της, αν τα αποτελέσματα δεν βρίσκουν θεσμικό αποδέκτη· ούτε η πολιτική ενσωμάτωση εξασφαλίζει δημοκρατική αξία, αν η διαδικασία δεν είναι δίκαιη και διαφανής (OECD, 2020).

Η τυχαία επιλογή των συμμετεχόντων και η στατιστική αντιπροσωπευτικότητά τους εξασφαλίζουν ότι στο τραπέζι κάθεται ένας «μικρογραφικός καθρέφτης» της κοινότητας. Αυτό το διατύπωσε ο Fishkin ως την αρχή του «microcosm of the public». Αυτός ο μικρόκοσμος έχει δημοκρατικό βάρος επειδή η τυχαιότητα και η ποικιλομορφία μαζί δημιουργούν ένα είδος «μίνι-λαϊκής κυριαρχίας». Η διαβούλευση όμως γίνεται νόμιμη πηγή με πολιτική έννοια μόνο αν οι λήπτες αποφάσεων αναγνωρίσουν τη διαδικασία ως μέρος της διακυβέρνησης — αυτή είναι η ενσωμάτωση στη λήψη αποφάσεων. Μία σημαντική δυνατότητα θεσμικής σύνδεσης είναι τα αποτελέσματα της διαβούλευσης να εισέρχονται τυπικά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων· παράδειγμα δίνουν το ενεργειακό πρόγραμμα του Τέξας και το κινεζικό πείραμα του Zeguo (Fishkin, 2009; OECD, 2021).

Ο βαθμός ενσωμάτωσης μπορεί να ποικίλλει. Τα παρακάτω παραδείγματα απεικονίζουν τον συμβουλευτικό ρόλο, τον ρόλο προετοιμασίας των αποφάσεων και τον ρόλο που διαμορφώνει τις προτεραιότητες των αποφάσεων. Οι συμβουλευτικές διαβουλεύσεις — όπως το America in One Room — στοχεύουν στη βαθύτερη κατανόηση της κοινής γνώμης· τα προπαρασκευαστικά μοντέλα — για παράδειγμα η ιρλανδική Citizens' Assembly — εμπνέουν συγκεκριμένες νομοθεσίες· οι διαδικασίες που διαμορφώνουν προτεραιότητες αποφάσεων — όπως ο δημοτικός προϋπολογισμός του Zeguo — επηρεάζουν άμεσα τις προτεραιότητες. Η σαφής θεσμική σύνδεση μπορεί να ενισχύσει την αποδοχή της διαδικασίας και την εμπιστοσύνη στο νόημα της συμμετοχής. Σε τοπικό επίπεδο, μια συνέλευση πολιτών σε επίπεδο συνοικίας ή πόλης είναι νόμιμη αν η διαδικασία είναι διαφανής, η επιλογή δίκαιη, οι πληροφορίες ισορροπημένες, ο συντονισμός έντιμος, και ο δήμος αναλαμβάνει τυπικά τη δέσμευση να εντάξει τα αποτελέσματα στην ημερήσια διάταξη και να αντιδράσει σε αυτά. Το μοντέλο Fishkin προτείνει έτσι μια νέα δημοκρατική λογική: η πολιτική βούληση δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά από πάνω προς τα κάτω, αλλά μέσα από οριζόντιους διαβουλευτικούς χώρους λαμβάνει νέες εισροές και νομιμοποίηση (Fishkin κ.ά., 2021; Fishkin κ.ά., 2010; OECD, 2020).

Οι προϋποθέσεις της εφαρμογής

Από τα πρακτικά παραδείγματα φαίνεται ότι την επίδραση της στάθμισης των πολιτών τη διαμορφώνουν από κοινού η ποιότητα της οργάνωσης και η σύνδεση που οδηγεί στους λήπτες αποφάσεων. Το τρίτο μέρος της σειράς εξετάζει τα όρια αυτού και τις δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης (OECD, 2020; OECD, 2021).

Πηγές

  • Farrar, C., Fishkin, J. S., Green, D. P., List, C., Luskin, R. C. και Paluck, E. L. (2010): Disaggregating Deliberation’s Effects: An Experiment within a Deliberative Poll. British Journal of Political Science, 40(2), 333–347.
  • Fishkin, J. S. (2009): When the People Speak: Deliberative Democracy and Public Consultation. Oxford University Press.
  • Fishkin, J. S. (2018): Democracy When the People Are Thinking: Revitalizing Our Politics Through Public Deliberation. Oxford University Press.
  • Fishkin, J. S. και Luskin, R. C. (2005): Experimenting with a Democratic Ideal: Deliberative Polling and Public Opinion. Acta Politica, 40, 284–298.
  • Fishkin, J. S., He, B., Luskin, R. C. και Siu, A. (2010): Deliberative Democracy in an Unlikely Place: Deliberative Polling in China. British Journal of Political Science, 40(2), 435–448.
  • Fishkin, J. S., Siu, A., Diamond, L. και Bradburn, N. (2021): Is Deliberation an Antidote to Extreme Partisan Polarization? Reflections on “America in One Room”. American Political Science Review, 115(4), 1464–1481.
  • OECD (2020): Innovative Citizen Participation and New Democratic Institutions: Catching the Deliberative Wave. OECD Publishing.
  • OECD (2021): Eight Ways to Institutionalise Deliberative Democracy. OECD Public Governance Policy Papers, 12. OECD Publishing.
  • OECD (2022): OECD Guidelines for Citizen Participation Processes. OECD Public Governance Reviews. OECD Publishing.
  • Stanford University (χ.χ.-a): What Is Deliberative Polling®? Deliberative Democracy Lab.